Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2017
Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2017
Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2017
Ζεις για την ευτυχία
Υπάρχουν πολλά προβλήματα στη ζωή σου. Εχεις δίκιο σ' αυτό. Αλλά για δες και πόσοι άλλοι φίλοι σου, και κοντινοί σου φίλοι και φίλες, στη δουλειά ή συγγενείς, γείτονες, γειτόνισσες έχουν παρόμοια προβλήματα με σένα. Μα αυτοί έχουν μια άλλη αντιμετώπιση. Βγάζουν ένα άλλο ψυχικό ήθος, μια άλλη ευεξία, μια χαρά και μια διάθεση να δουν τη ζωή ευχάριστα. Πάρε κι εσύ μια τέτοια απόφαση.
Εσύ είσαι που αφήνεις τον εαυτό σου και βαλτώνει. Εσύ δέχεσαι να βουλιάξεις και να στενοχωρηθείς. Και, τελικά, σου γίνεται ένα ναρκωτικό. Σαν να μην μπορείς πλέον χωρίς να στενοχωριέσαι. Μοιάζει σαν να το ζητάει ο οργανισμός σου πλέον. Γίνεται κάτι σαν εθισμός. Και διαρκώς ψιθυρίζεις μέσα σου: «Εγώ δεν είμαι για την ευτυχία». Δεν υπάρχει μεγαλύτερη πλάνη του νου απ' αυτή, φίλε μου! Είσαι για την ευτυχία.
Ζεις για την ευτυχία. Το υλικό απ' το οποίο σ' έφτιαξε ο Θεός είναι αυτή η χαρά Του. Η χαρά του Θεού είναι το υλικό σου. Είσαι δημιούργημα κι αποτέλεσμα ακριβώς αυτής της δημιουργικής ενέργειας του Θεού, που τι είναι, τελικά, αυτή η ενέργεια; Είναι η αγάπη Του, η χαρά και η φροντίδα Του για σένα.
Σ' έπλασε ο Θεός όχι με υλικό πένθους, θλίψης, μελαγχολίας ή απογοήτευσης, αλλά με τη χαρά Του. Είχε χαρά ο Κύριος όταν σε δημιούργησε και σ' έπλασε μες στην κοιλιά της μάνας σου. Μιλώ συμβολικά και μεταφορικά, όπως καταλαβαίνεις. Και σκοπός μου είναι να σου δείξω ότι ο Θεός, από αγάπη κινούμενος και με διάθεση χαράς, σ' έφτιαξε. Μ' εκστατική διάθεση σε δημιούργησε ο Πλάστης σου. Αυτός είναι κι ο λόγος που υπάρχεις. Για να χαίρεσαι. Μη διαλέγεις εσύ, λοιπόν, τη θλίψη και τη στενοχώρια. Δες με άλλο μάτι το όλο θέμα. Οπως είχε πει ο Απόστολος Παύλος σ' εκείνο το καράβι τότε που κινδύνευαν να βουλιάξουν και τελείωναν και τα τρόφιμά τους, «άνδρες, ευθυμείτε», δηλαδή τονωθείτε. Πάρτε κουράγιο. Θα αλλάξουν τα πράγματα. Δείτε αλλιώς την καταιγίδα και τα κύματα. Είναι στο χέρι σου. Είναι θέμα άσκησης. Αυτό δεν σημαίνει η λέξη «άσκηση»; Σημαίνει να εξασκηθείς με τον αγώνα και την προσευχή. Και με την ελπίδα σου, ώστε να κατευθύνεις πάλι το μυαλό σου από τα δυσάρεστα στα ευχάριστα.
Τη στιγμή που το μυαλό σου στρέφεται στο σκοτάδι και στην απογοήτευση, εσύ φέρε το πάλι στην αισιοδοξία. Φέρε το πάλι στον Χριστό και το φως. Εφυγε πάλι ο νους. Πάλι απογοητεύεσαι. Κι ακούς τον νου σου να σου λέει: «Αποκλείεται να τα καταφέρω. Η ζωή είναι πολύ δύσκολη. Δεν πρόκειται εγώ να βρω άνθρωπο να κάνω οικογένεια. Δεν πρόκειται να πληρώσω το δάνειο, θα τρελαθώ στο τέλος, θα με πάνε φυλακή, θα αυτοκτονήσω, δράμα η ζωή μου, πώς έμπλεξα έτσι». Αυτά όλα όμως είναι σκέψεις. Σκέψεις τις οποίες επιλέγεις όμως. Και τις δέχεσαι. Είναι λογισμοί. Μα εσύ τους υιοθετείς και τους «ζεσταίνεις» μέσα σου. Τους δίνεις φωλιά να ακουμπήσουν και να κουρνιάσουν. Και κάθονται μέσα σου. Μην επιτρέψεις όμως κάτι τέτοιο. Αντιστάσου και πες: «Οχι, εγώ θα δω τα πράγματα αλλιώς. Θα τα δω όπως θέλει ο Θεός. Δηλαδή, μέσα στο φως. Για τον Χριστό δεν υπάρχει πρόβλημα άλυτο. Ολα λύνονται και όλα για κάποιον καλό σκοπό υπάρχουν».
Από το βιβλίο του π. Ανδρέα Κονάνου «Στο βάθος κήπος»
Ετικέτες
Όλες οι Αναρτήσεις,
π Ανδρέας Κονάνος
Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2017
Το μεγαλύτερο κήρυγμα είναι η ζωή μας.
Σηκωνόταν κάθε πρωί και πριν κάνει οτιδήποτε άλλο
κατευθυνόταν προς το προσκυνητάρι. Έκανε τον σταυρό της, αργά, ευλαβικά. Έπιανε
με το δεξί της χέρι το μικρό ποτηράκι που χρησιμοποιούσε για καντήλι το έφερνε
στο αριστερό της χέρι και ξανάκανε το σταυρό της. Το άφηνε απαλά πάνω στο
τραπέζι που βρισκόταν εκεί δίπλα, άνοιγε μια μικρή μπιζουτιέρα που μέσα αντί
για χρυσαφικά είχε θυμίαμα, καρβουνάκια, φυτιλάκια. Πρόσθετε λίγο λάδι, άλλαζε
το φυτιλάκι, το άναβε ψέλνοντας το «Άξιον εστίν», το τοπετούσε και πάλι στο
κέντρο του προσκυνηταριού. Το παλιό φυτιλάκι με την χαρτοπετσέτα δεν τα πετούσε
στα σκουπίδια, είχε μια ειδική σακούλα, όταν γέμιζε την έπαιρνε και την έκαιγε
σε μια άκρη της αυλής του σπιτιού της.
Κάθε μέρα ο γιος της την πετύχαινε σε κάποιο σημείο αλλαγής του φυτιλιού. Αυτός πήγαινε πάντα βιαστικά στο μπάνιο, να πλυθεί, να ντυθεί να πάει στην δουλειά. Ο πατέρας του τους είχε αφήσει εδώ και χρόνια, μάλλον καλύτερα που έφυγε μιας και η καημένη του η μάνα τράβηξε πολλά από τα μεθύσια και τις ασωτίες του.
Την παρατηρούσε κάθε μέρα, κάθε πρωί να ψέλνει, να θυμιάζει το σπίτι, να τον αποχαιρετά με το θυμιατό στο χέρι, να τον σταυρώνει καθώς αυτός απομακρυνόταν. Και πάλι την έβλεπε να ανοίγει απαλά τις κουρτίνες του παραθύρου και να τον παρατηρεί καθώς έμπαινε στο αμάξι. Μετά και αυτή ντυνόταν και πήγαινε στο ναό να ακούσει την ισχνή φωνή του ιερέα να ψέλνει τον όρθο της ημέρας. Μέσα στο ναό καθόταν όρθια κάτω από την αγιογραφία της Αγίας Αικατερίνης. Εκεί στο στασίδι ακουμπούσε λίγο, έκλεινε τα μάτια της και έλεγε την ευχή. Μόλις τελείωνε ο όρθος περίμενε τον πάτερ να πάρει την ευχή του. Έβαζε μετάνοια, φιλούσε το χέρι του και έφευγε.
Το απόγευμα καθώς γυρνούσε κουρασμένος από την δουλειά την έβρισκε είτε να κρατά το συναξάρι είτε το προσευχητάρι. Του έβαζε να φάει, δεν τον ρωτούσε πολλά, μόνο αν ήταν καλά, μόνο αν ήθελε κάτι και μπορούσε να το κάνει. Καθόταν μαζί του και τον έβλεπε να τρώει. Τον έβλεπε και χόρταινε και η ίδια, χαιρόταν όταν έτρωγε όλο το φαγητό στο πιάτο, μα χαιρόταν περισσότερο εάν ζητούσε κι άλλο. Αν σήκωνε τα μάτια του έβλεπε πάντα το χαμόγελό της. Σιωπηλή, ήρεμη, παρόν. Τελείωνε το φαγητό του. Έκανε τον σταυρό της. Σηκωνόντουσαν από το τραπέζι. Πήγαινε στο σαλόνι, άνοιγε την τηλεόραση, έβλεπε είδήσεις ή αθλητικά, μπορεί να τον έπερνε ο ύπνος εκεί. Κατα το βραδάκι, σηκωνόταν ντυνόνταν και καθώς άνοιγε την πόρτα έλεγε «μάνα, θα βγώ...». Η φωνή της ακουγόνταν πίσω από την κλειστή πόρτα του δωματίου της, έκαμε να τον προλάβει μα τις περισσότερες φορές τον λόγο της τον προλάβαινε ο ήχος της εξώπορτας «...να προσέχεις παιδί μου...».
Έμενε στην κλειστή εξώπορτα, όρθια, μόνη, σιωπηλή. Μετά από λίγο γυρνούσε στο δωμάτιό της. Δίπλα στο μονό κρεβάτι της είχε ένα μικρό χαλάκι. Σήκωνε απαλά την φούστα της, τα γονατά της ακουμπούσαν χάμο. Το βλέμμα της έμενε καρφωμένο σε μια εικόνα της Παναγίας που είχε στο κομοδίνο της. Δεν άκουγες τίποτα να βγαίνει από το στόμα της, δεν άκουγες φωνή, μα αν ήσουν παρόν θα έβλεπες τα μάτια της να γεμίζουν δάκρυα, να χαρακώνουν τα μάγουλά της, να κυλάνε στο λαιμό της και να χάνονται στην αλυσίδα του σταυρού της. Οι ώρες περνούσαν, δύο, τρεις και τέσσερις ώρες. Στα γόνατα. Στο μικρό αυτό χαλάκι, στην μικρή αυτή κάμαρα. Ποτέ της δεν έκανε κύρηγμα στο γιο της. Ποτέ της δεν τον ρωτούσε που πήγαινε, με ποιους ήταν, τί έκανε. Την ανησυχία της την έκανε προσευχή.
Το κλειδί στην πόρτα ακουγόταν. Ήταν ο γιος της. Γύρισε. Έκανε τον σταυρό της. Ακουμπούσε το μέτωπό της χάμο και έμενε εκεί μέχρι ο γιος της να μπει στο δωμάτιό του. Αφού έπεφτε για ύπνο, έκανε αυτή να σηκωθεί. Μα κάποιες φορές ήταν τόσο δύσκολο. Τόση ώρα στα γόνατα δεν αισθανόταν πλέον τα πόδια της. Προσπαθούσε στηριζόμενη στο κρεβάτι της. Κάποιες φορές ίσα ίσα που κατάφερνε να ακουμπήσει το σώμα της στο στρώμα, κάποιες άλλες φορές έμενε χάμο απλώνοντας τα πόδια της περιμένοντας να κυκλοφορήσει και πάλι το αίμα.
Την επόμενη μέρα, η πόρτα του δωματίου του άνοιγε. Καθώς πήγαινε στο μπάνιο την έβλεπε και πάλι να αλλάζει το φυτιλάκι. Και αυτό γινόταν χρόνια. Πάντα διακριτική. Είχανε μεταξύ τους μια συνδέουσα απόσταση, μία σχέση σεβασμού, κατανόησης, αλληλοπεριχώρησης.
Ο καιρός περνούσε. Γνώρισε μια κοπέλα όμορφη, καλοσυνάτη, απλή. Την αγαπούσε πολύ ο γιος της, και αυτή την αγάπησε πολύ. Την έφερε και στο σπίτι. Της είπανε ότι έχουν σκοπό να παντρευτούν. Η μάνα του σηκώθηκε έκανε στο σταυρό της, «να ναι ευλογημένο παιδιά μου», είπε, έπεσα στα γόνατα, έπιασε τα χέρια της κοπέλας και τα φίλησε. Τα φίλησε και τα γέμισε δάκρυα, δάκρυα χαράς.
Πέρασαν μερικές ημέρες. Το πρόγραμμα στο σπίτι δεν άλλαξε.
Μέχρι εκείνο το πρωινό.
Ξύπνησε, βγήκε από το δωμάτιό του μα δεν είδε την μάνα του. Κοντοστάθηκε. Έμεινε ακίνητος μερικά δευτερόλεπτα. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Τα χείλη του ψέλλιζαν μια λέξη μα την επαναλάμβαναν αδύναμα, ψιθυριστά. Μα όσο πήγαινε η λέξη δυνάμωνε, μέχρι που η φωνή του έγινε κραυγή... «μάνα μου», έλεγε και ξανάλεγε, έτρεξε στη μικρή της κάμαρα. Άνοιξε την πόρτα. Την είδε γονατιστή πάνω στο μικρό χαλάκι. Ακίνητη, σιωπηλή, ήρεμη, χωρίς πνοή, με μάτια κλειστά, με το κομποσχοίνι στα χέρια της. Είχε γύρει και ακουμπούσε στο πλάι του κρεβατιού. Το μικρό πορτατίφ ήταν ακόμα αναμένο. Μπροστά της η εικονά της Παναγίας.
Γονάτισε δίπλα της. Σταμάτησε να φωνάζει. Σταμάτησε να κινείται κι αυτός.
Και οι δυο πλέον ήταν γονατιστοί. Μάνα και γιος. Δίπλα δίπλα.
Μετά από μερικά λεπτά γύρισε, την είδε, της χάιδεψε τα μαλλιά, την πλησίασε και την ασπάστηκε στα μάτια της, σ’αυτά τα μάτια που ήταν ακόμα υγρά από τα δάκρυα της προσευχής της, της νήψης που βίωνε. Τα δικά του μάτια είχαν γίνει κόκκινα από την αλμύρα των δακρύων του. Η όψη του όμως ήταν ειρηνική, όπως της μάνας του.
Σηκώθηκε. Πήγε προς το προσκυνητάρι. Πήρε με το δεξί του χέρι το καντηλάκι. Άλλαξε το φυτιλάκι. Έκανε το σταυρό του.
Μετά ειδοποίησε τους συγγενείς...
Κάθε μέρα ο γιος της την πετύχαινε σε κάποιο σημείο αλλαγής του φυτιλιού. Αυτός πήγαινε πάντα βιαστικά στο μπάνιο, να πλυθεί, να ντυθεί να πάει στην δουλειά. Ο πατέρας του τους είχε αφήσει εδώ και χρόνια, μάλλον καλύτερα που έφυγε μιας και η καημένη του η μάνα τράβηξε πολλά από τα μεθύσια και τις ασωτίες του.
Την παρατηρούσε κάθε μέρα, κάθε πρωί να ψέλνει, να θυμιάζει το σπίτι, να τον αποχαιρετά με το θυμιατό στο χέρι, να τον σταυρώνει καθώς αυτός απομακρυνόταν. Και πάλι την έβλεπε να ανοίγει απαλά τις κουρτίνες του παραθύρου και να τον παρατηρεί καθώς έμπαινε στο αμάξι. Μετά και αυτή ντυνόταν και πήγαινε στο ναό να ακούσει την ισχνή φωνή του ιερέα να ψέλνει τον όρθο της ημέρας. Μέσα στο ναό καθόταν όρθια κάτω από την αγιογραφία της Αγίας Αικατερίνης. Εκεί στο στασίδι ακουμπούσε λίγο, έκλεινε τα μάτια της και έλεγε την ευχή. Μόλις τελείωνε ο όρθος περίμενε τον πάτερ να πάρει την ευχή του. Έβαζε μετάνοια, φιλούσε το χέρι του και έφευγε.
Το απόγευμα καθώς γυρνούσε κουρασμένος από την δουλειά την έβρισκε είτε να κρατά το συναξάρι είτε το προσευχητάρι. Του έβαζε να φάει, δεν τον ρωτούσε πολλά, μόνο αν ήταν καλά, μόνο αν ήθελε κάτι και μπορούσε να το κάνει. Καθόταν μαζί του και τον έβλεπε να τρώει. Τον έβλεπε και χόρταινε και η ίδια, χαιρόταν όταν έτρωγε όλο το φαγητό στο πιάτο, μα χαιρόταν περισσότερο εάν ζητούσε κι άλλο. Αν σήκωνε τα μάτια του έβλεπε πάντα το χαμόγελό της. Σιωπηλή, ήρεμη, παρόν. Τελείωνε το φαγητό του. Έκανε τον σταυρό της. Σηκωνόντουσαν από το τραπέζι. Πήγαινε στο σαλόνι, άνοιγε την τηλεόραση, έβλεπε είδήσεις ή αθλητικά, μπορεί να τον έπερνε ο ύπνος εκεί. Κατα το βραδάκι, σηκωνόταν ντυνόνταν και καθώς άνοιγε την πόρτα έλεγε «μάνα, θα βγώ...». Η φωνή της ακουγόνταν πίσω από την κλειστή πόρτα του δωματίου της, έκαμε να τον προλάβει μα τις περισσότερες φορές τον λόγο της τον προλάβαινε ο ήχος της εξώπορτας «...να προσέχεις παιδί μου...».
Έμενε στην κλειστή εξώπορτα, όρθια, μόνη, σιωπηλή. Μετά από λίγο γυρνούσε στο δωμάτιό της. Δίπλα στο μονό κρεβάτι της είχε ένα μικρό χαλάκι. Σήκωνε απαλά την φούστα της, τα γονατά της ακουμπούσαν χάμο. Το βλέμμα της έμενε καρφωμένο σε μια εικόνα της Παναγίας που είχε στο κομοδίνο της. Δεν άκουγες τίποτα να βγαίνει από το στόμα της, δεν άκουγες φωνή, μα αν ήσουν παρόν θα έβλεπες τα μάτια της να γεμίζουν δάκρυα, να χαρακώνουν τα μάγουλά της, να κυλάνε στο λαιμό της και να χάνονται στην αλυσίδα του σταυρού της. Οι ώρες περνούσαν, δύο, τρεις και τέσσερις ώρες. Στα γόνατα. Στο μικρό αυτό χαλάκι, στην μικρή αυτή κάμαρα. Ποτέ της δεν έκανε κύρηγμα στο γιο της. Ποτέ της δεν τον ρωτούσε που πήγαινε, με ποιους ήταν, τί έκανε. Την ανησυχία της την έκανε προσευχή.
Το κλειδί στην πόρτα ακουγόταν. Ήταν ο γιος της. Γύρισε. Έκανε τον σταυρό της. Ακουμπούσε το μέτωπό της χάμο και έμενε εκεί μέχρι ο γιος της να μπει στο δωμάτιό του. Αφού έπεφτε για ύπνο, έκανε αυτή να σηκωθεί. Μα κάποιες φορές ήταν τόσο δύσκολο. Τόση ώρα στα γόνατα δεν αισθανόταν πλέον τα πόδια της. Προσπαθούσε στηριζόμενη στο κρεβάτι της. Κάποιες φορές ίσα ίσα που κατάφερνε να ακουμπήσει το σώμα της στο στρώμα, κάποιες άλλες φορές έμενε χάμο απλώνοντας τα πόδια της περιμένοντας να κυκλοφορήσει και πάλι το αίμα.
Την επόμενη μέρα, η πόρτα του δωματίου του άνοιγε. Καθώς πήγαινε στο μπάνιο την έβλεπε και πάλι να αλλάζει το φυτιλάκι. Και αυτό γινόταν χρόνια. Πάντα διακριτική. Είχανε μεταξύ τους μια συνδέουσα απόσταση, μία σχέση σεβασμού, κατανόησης, αλληλοπεριχώρησης.
Ο καιρός περνούσε. Γνώρισε μια κοπέλα όμορφη, καλοσυνάτη, απλή. Την αγαπούσε πολύ ο γιος της, και αυτή την αγάπησε πολύ. Την έφερε και στο σπίτι. Της είπανε ότι έχουν σκοπό να παντρευτούν. Η μάνα του σηκώθηκε έκανε στο σταυρό της, «να ναι ευλογημένο παιδιά μου», είπε, έπεσα στα γόνατα, έπιασε τα χέρια της κοπέλας και τα φίλησε. Τα φίλησε και τα γέμισε δάκρυα, δάκρυα χαράς.
Πέρασαν μερικές ημέρες. Το πρόγραμμα στο σπίτι δεν άλλαξε.
Μέχρι εκείνο το πρωινό.
Ξύπνησε, βγήκε από το δωμάτιό του μα δεν είδε την μάνα του. Κοντοστάθηκε. Έμεινε ακίνητος μερικά δευτερόλεπτα. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Τα χείλη του ψέλλιζαν μια λέξη μα την επαναλάμβαναν αδύναμα, ψιθυριστά. Μα όσο πήγαινε η λέξη δυνάμωνε, μέχρι που η φωνή του έγινε κραυγή... «μάνα μου», έλεγε και ξανάλεγε, έτρεξε στη μικρή της κάμαρα. Άνοιξε την πόρτα. Την είδε γονατιστή πάνω στο μικρό χαλάκι. Ακίνητη, σιωπηλή, ήρεμη, χωρίς πνοή, με μάτια κλειστά, με το κομποσχοίνι στα χέρια της. Είχε γύρει και ακουμπούσε στο πλάι του κρεβατιού. Το μικρό πορτατίφ ήταν ακόμα αναμένο. Μπροστά της η εικονά της Παναγίας.
Γονάτισε δίπλα της. Σταμάτησε να φωνάζει. Σταμάτησε να κινείται κι αυτός.
Και οι δυο πλέον ήταν γονατιστοί. Μάνα και γιος. Δίπλα δίπλα.
Μετά από μερικά λεπτά γύρισε, την είδε, της χάιδεψε τα μαλλιά, την πλησίασε και την ασπάστηκε στα μάτια της, σ’αυτά τα μάτια που ήταν ακόμα υγρά από τα δάκρυα της προσευχής της, της νήψης που βίωνε. Τα δικά του μάτια είχαν γίνει κόκκινα από την αλμύρα των δακρύων του. Η όψη του όμως ήταν ειρηνική, όπως της μάνας του.
Σηκώθηκε. Πήγε προς το προσκυνητάρι. Πήρε με το δεξί του χέρι το καντηλάκι. Άλλαξε το φυτιλάκι. Έκανε το σταυρό του.
Μετά ειδοποίησε τους συγγενείς...
Παύλος
Παπαδόπουλος
Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2016
Δεν αρκεί Χριστέ μου που γεννήθηκες στη γη μας ...
Δεν αρκεί Χριστέ μου που γεννήθηκες στη γη μας ...
Στον καθένα μας εναπόκειται πλέον να σε δεκτεί
μυστικά και ταπεινά μες την καρδιά του...
Στον καθένα μας εναπόκειται να ζεστάνουμε
το πιο όμορφο μέρος εντός μας
για να σε φιλοξενήσουμε...
Υπάρχει ένα μυστικό και δυνατό Φως εντός μας
Ας το ανακαλύψουμε όλοι μας
και ας κρατάμε τρυφερά αυτή τη φλόγα αναμμένη.
« Είναι ένα Φως μέσα μας και γύρω μας
που δεν στερεύει ! »
( Γ. Ρίτσος )
Αυτό το Φως το 'φερε στη γη μας
με τη γέννηση Του ο Γλυκύτατος
κι΄ αγαπημένος Ιησούς μας .
Το Θείο Βρέφος που τόσο ταπεινά
και αθόρυβα γεννήθηκε εκείνο
το βράδυ στης Βηθλεέμ τα Άγια χώματα .
Εύχομαι αυτό το Φως να πλημμυρίζει
ολονών τις καρδιές μας παντοτεινά .
Χρόνια πολλά σε όλους ,
με όλη μου την αγάπη !
« Μεθ΄ ημών Ο Θεός ! »
Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2016
Ὁ πνευματικός πατέρας !
Ὁ ἄνθρωπος χρειάζεται νά ψηλαφήσει καί νά ἐναγκαλισθεῖ. Χρειάζεται ἐνώπιον κάποιου νά κλάψει, κάποιος νά βαστάξει τό περιεχόμενο τῆς καρδιᾶς πού κενώνεται, κάποιος νά τόν βεβαιώσει μέ φωνή ἔναρθρη ὅτι ἀγαπιέται Θεϊκά. Νά σταθεῖ μπροστά σέ δυό μάτια χρειάζεται, ἕνα βλέμμα νά τόν ἐντοπίσει ἀγωνιᾶ, γιά νά μήν νοιώθει μόνος, νά αἰσθανθεῖ ὅτι ἀναζητιέται. Σέ καταστάσεις προσωπικοῦ συντριμμοῦ καί ἀπώλειας, σέ στιγμές ἐπώδυνης αὐτογνωσίας, σέ συνειδητοποίηση ζωῆς ρημαγμένης στά σκοτάδια, δέν ἀρκεῖ τό παράδειγμα βιοτῆς τῶν ἁγίων -γιά τό πῶς ὁ Θεός τούς συγχώρεσε- γιά νά σέ στηρίξει. Θέλεις χέρι σάρκινο ν’ ἁπλωθεῖ καί νά σ’ ἀκουμπήσει, νά σ’ ἀνορθώσει προσωπικά.
Γι’ αὐτήν μας τήν ἀνάγκη ὁ Θεός μᾶς χαρίζει ἕναν ὁρατό καί σύμμορφο συνάνθρωπο γιά νά φανερώνει Ἐκεῖνον. Μᾶς χαρίζει τόν πνευματικό πατέρα καί τήν πνευματική σχέση μας μ’ ἐκεῖνον. Μιά σχέση πού δέν μπορεῖ νά ἐξαντλεῖται στήν ἁπλή ἐξαγόρευση τῶν ἁμαρτιῶν καί στήν παρεχόμενη συγχώρηση. Τό χάρισμα τῆς πνευματικῆς πατρότητας, ὁρατό ἐκτύπωμα τῆς Θεϊκῆς, δέν βρίσκεται στήν τελετουργική συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν ὅσο στήν κοπιώδη καί θυσιαστική συνοδοιπορία. Στόν τρόπο πού θά ἀναδεχθεῖς τήν ζωή τοῦ ἄλλου, ὄχι γιά νά διευθύνεις τήν συνείδησή του, ἀλλά γιά νά τόν γεννήσεις ἐνήλικα καί ἐλεύθερο σέ μία προσωπική σχέση μέ τόν Πατέρα Θεό.
Ὁ πνευματικός πατέρας δέν εἶναι (μόνο) ἀπορριμματοδοχεῖο, εἶναι ἕνας ἐραστής καί προφήτης! Τό ἀπορριμματοδοχεῖο πολλές φορές βολεύει, εἶναι εὐκολότερο, δέν χρειάζεται σχέση ἁπλῶς ὑποχρέωση, τό χρησιμοποιεῖς. Τό ἄλλο ὅμως, τό ἐραστής καί προφήτης, χρήζει ἀμφίπλευρης συνέργειας, σχέσης ἀναγωγικῆς, θεληματικῆς συνέπειας.
Ὁ ἐραστής ποιμένας ἀνάβει φωτιές ἀγάπης στίς καρδιές, ἔχοντας ὁ ἴδιος πρίν ἀναφλεχθεῖ ἀπ’ αὐτήν. Εἶναι ἐραστής γιατί μέσα ἀπό τόν τρόπο καί τήν ζωή του ὁ Θεός καταδιώκει καί πολιορκεῖ ἐσένα, τόν κάθε ἄνθρωπο. Ἐραστής γιατί γνωρίζει ν’ ἀποτραβιέται, νά σ’ ἀγαπᾶ στήν αἰωνιότητά σου κι ὄχι μόνο στό παρόν σου. Ἐραστής, γιά συνεχῆ ὑπόμνηση ὅτι ὁ Θεός δέν ψάχνει σκλάβους, ἐρωμένες καρδιές ἀναζητᾶ. Ἐραστής γιατί δέν σέ ἀποδέχεται ἐπιλεκτικά, γιατί ἐπιμένει νά φυσᾶ τίς κάμπιες τῆς ἀσχήμιας σου προσμένοντας πεταλοῦδες νά γενοῦν.
π. Βασίλειος Χριστοδούλου
Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2016
Η Ευγένεια!
Ο ευγενικός άνθρωπος δεν κρίνει κανέναν…
Δεν συκοφαντεί κανέναν...
Δεν υποτιμά κανέναν...
Τα λόγια του είναι γεμάτα αγάπη!
Και αν αναγκαστεί κάποια στιγμή λόγια σκληρά συμβουλευτικά να πει,
αυτά τα ντύνει με τόση αγάπη και με τόση λεπτότητα,
που δίνει χαρά στον άλλον, και όχι πίκρα και ταραχή.
(απόσπασμα από απομαγνητοφωνημένο κήρυγμα του π. Ελπιδίου Βαγιανάκη)
Καλή Δύναμη σε όλους !
Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2016
Μάρτυρες στον 21ο αιώνα !
Σήμερα στο Κάϊρο κάποιοι χριστιανοί σκοτώθηκαν
την ώρα της Θείας Λειτουργίας μετά από βομβιστική επίθεση !
25 Νεκροί γράφουν τα πρακτορεία ειδήσεων !
25 Μάρτυρες για την αγάπη Του Χριστού !
Ίσως κανείς να μη μάθει ποτέ τα ονόματα αυτών των Μαρτύρων !
"Το μαρτυρικό αίμα δίπλα στον Σταυρό του Χριστού.
Σήμερα το πρωί στο Κάιρο δεκάδες χριστιανοί νεκροί
την ώρα τής λειτουργίας από επίθεση θαμώνων τζαμιών ...
Άγιοι Μάρτυρες οι καλώς αθλήσαντες
Άγιοι Μάρτυρες οι καλώς αθλήσαντες
πρεσβεύσατε προς Κύριον ελεηθήναι τας ψυχάς ημών ..."
( Misha Sarov )
Αγαπημένη μου Γεσθημανή ...
πάει καιρός να μάθουμε νέα σου από κείνα τα μέρη ...
Ο Θεός να σας σκεπάζει γλυκιά μου φίλη
Η σκέψη μας ταξιδεύει κοντά σας.
Καλή Δύναμη !
« Μεθ΄ ἡμῶν Ο Θεός ! »
✿ Διαβάτης ✿
Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2016
Θαύματα !
Οι ρυθμοί της ζωής μας δεν μας αφήνουν να δούμε τι συμβαίνει γύρω μας ...
Τρέχουμε , τρέχουμε , και αν μας ρωτήσει κάποιος γιατί ,
ίσως και να μην ξέρουμε ν' απαντήσουμε ...
Αυτό απαιτεί η καθημερινότητά μας ...
έτσι μάθαμε ...
Πόσο λάθος φυσικά !
Πόσα μικρά και ασήμαντα προσπερνούμε καθημερινά
που αν τους δίναμε και την πιο μικρή σημασία
θα διαπιστώναμε πως δεν είναι άλλο παρά μικρά
μα και μεγάλα θαύματα που μας περιτριγυρίζουν
και μιλούν από μόνα τους για την Θεία Παρουσία στη ζωή μας .
Και θυμάμαι τους στίχους του ποιητή :
" Όλα τριγύρω μου μιλούν για Σε Θεέ μου
υμνούν αγγελικά Εσένα Πλαστουργέ μου
Στα δάση τα πουλιά , στους κάμπους τα λουλούδια
τα κρύσταλλα νερά ψαλουν για Σε τραγούδια !... "
Αχ πόσο μου ΄χουν λείψει εκείνες οι όμορφες
νεανικές κατασκηνώσεις ,
τότε που μαθήτριες , φοιτήτριες αναζητούσαμε την ομορφιά
στην φύση , στα λουλούδια , στα δάση , στα πουλιά ...
στις όμορφες νεανικές μας συντροφιές,
στα υπέροχα , αξέχαστα εκείνα χρόνια !
Ταξίδεψα απόψε με το μυαλό μου χρόνια πίσω
νοστάλγησα , θυμήθηκα , πεθύμησα ...
Όμορφα χρόνια !
Κι' όμως προσγειώθηκα και είπα
πως γύρω μας γίνονται αμέτρητα θαύματα καθημερινά.
Ας ανοίξουμε τα μάτια της ψυχής μας για να τα εντοπίσουμε .
Καλή δύναμη σε όλους !
Κι ας μη ξεχνάμε : Η ζωή μας είναι το σηματικότερο θαύμα!
« Μεθ΄ ἡμῶν Ο Θεός ! »
✿ Διαβάτης ✿
Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2016
Στα χέρια Του Θεού !
«..Προσευχήσου στόν Κύριο ολόθερμα. “Τό μέλλον μου”, πές Του, τό “αφήνω μέ εμπιστοσύνη στά χέρια Σου. “Οπως ξέρεις καί οπως θέλεις, Κύριε, κατεύθυνε τή ζωή μου, μ΄ ολα τά απρόοπτα καί μ΄ ολες τίς δυσκολίες της. `Από δω κι εμπρός δέν θά μεριμνω καί δέν θ΄ ανησυχω πιά γιά τόν εαυτό μου. Μιά φροντίδα μόνο θά εχω, νά κάνω πάντα ο,τι ειναι ευάρεστο σ΄ `Εσένα”. `Ετσι νά Του μιλήσεις, αλλά καί εμπρακτα νά Του αποδείξεις οτι εχεις ολοκληρωτικά αφεθει στά χέρια Του, οτι δέν ανησυχεις γιά τίποτα, οτι αποδέχεσαι ηρεμα καί αγόγγυστα οποιαδήποτε κατάσταση, ευχάριστη η δυσάρεστη, μέ τήν πεποίθηση οτι εχει παραχωρηθει από τή θειά πρόνοια. Μοναδική σου μέριμνα ας ειναί η ακριβής τήρηση των εντολων του Θεού σέ κάθε περίσταση...»
~ Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου.- Γράμματα σέ μιά ψυχή.
Καλή Δύναμη σε όλους !
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)












