Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2017
Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2017
Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2017
Ψυχοσάββατο!
Είμαι ψυχή , έχω φωνή και σου μιλώ …
Καρτερώ τον κόμπο των ματιών σου σαν με θυμάσαι ,
τον στεναγμό της καρδιάς σου τον σύμπονο…
Δρόσος και ανάπαυση και Φως !
Ω τι Φως Ουρανού σαν με ανεβάζεις πιο ψηλά
στις ηλιακτίνες απ τον θανατηφόρο βυθό τον σκοτασμένο !
Καρτερώ τα μνήσθητι και τα ανάπαυσόν σου ,
αναδεμένα με του κομποσκοινιού τις αγρύπνιες σου τις μεσονυκτικές !...
Καρτερώ τις γροθιές σου τις σημαδεμένες απ τις μετάνοιες ,
στο λιβανισμένο ζυμάρι της μνήμης ,
στου Πλαστουργού το πλάσιμο ,
τα ξυλοσκάλιστα μερίσματα στην ανάγλυφη θύμηση ,
το ψιχουλάκι μου στην προσκομιδή
και στο απόπλυνον το λυτρωτικό …
Καρτερώ το δίδραχμο του στερήματός σου ,
σαν μελισόκερο ιλαρό ,
του κάθε ελάχιστου αδελφού σου την παρηγοριά που προσφέρεις ,
μπουκιά και στάλα …
Είμαι ψυχή , έχω φωνή και σου μιλώ …
Δεν μετρώ τον χρόνο ,
δεν υπάρχει χθες και σήμερα εδώ , μήτε αύριο …
Μόνο το αιώνιο και η Ανάσταση που στα σίγουρα θα ρθει …
Ως τότε από σένα περιμένω …
Μην με ξεχνάς !
Καρτερώ τον κόμπο των ματιών σου σαν με θυμάσαι ,
τον στεναγμό της καρδιάς σου τον σύμπονο…
Δρόσος και ανάπαυση και Φως !
Ω τι Φως Ουρανού σαν με ανεβάζεις πιο ψηλά
στις ηλιακτίνες απ τον θανατηφόρο βυθό τον σκοτασμένο !
Καρτερώ τα μνήσθητι και τα ανάπαυσόν σου ,
αναδεμένα με του κομποσκοινιού τις αγρύπνιες σου τις μεσονυκτικές !...
Καρτερώ τις γροθιές σου τις σημαδεμένες απ τις μετάνοιες ,
στο λιβανισμένο ζυμάρι της μνήμης ,
στου Πλαστουργού το πλάσιμο ,
τα ξυλοσκάλιστα μερίσματα στην ανάγλυφη θύμηση ,
το ψιχουλάκι μου στην προσκομιδή
και στο απόπλυνον το λυτρωτικό …
Καρτερώ το δίδραχμο του στερήματός σου ,
σαν μελισόκερο ιλαρό ,
του κάθε ελάχιστου αδελφού σου την παρηγοριά που προσφέρεις ,
μπουκιά και στάλα …
Είμαι ψυχή , έχω φωνή και σου μιλώ …
Δεν μετρώ τον χρόνο ,
δεν υπάρχει χθες και σήμερα εδώ , μήτε αύριο …
Μόνο το αιώνιο και η Ανάσταση που στα σίγουρα θα ρθει …
Ως τότε από σένα περιμένω …
Μην με ξεχνάς !
(του Νώντα Σκοπετέα)
Ετικέτες
Όλες οι Αναρτήσεις,
Ψυχοσάββατο
Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2017
Θεέ μου, αν είχα ένα κομμάτι ζωή…
Θεέ μου, αν είχα ένα κομμάτι ζωή…
Δεν θα άφηνα να περάσει ούτε μία μέρα χωρίς να πω στους ανθρώπους ότι αγαπώ, ότι τους αγαπώ. Θα έκανα κάθε άνδρα και γυναίκα να πιστέψουν ότι είναι οι αγαπητοί μου και θα ζούσα ερωτευμένος με τον έρωτα.
Στους ανθρώπους θα έδειχνα πόσο λάθος κάνουν να νομίζουν ότι παύουν να ερωτεύονται όταν γερνούν, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι γερνούν όταν παύουν να ερωτεύονται! Στο μικρό παιδί θα έδινα φτερά, αλλά θα το άφηνα να μάθει μόνο του να πετάει. Στους γέρους θα έδειχνα ότι το θάνατο δεν τον φέρνουν τα γηρατειά αλλά η λήθη. Έμαθα τόσα πράγματα από σας, τους ανθρώπους… Έμαθα πως όλοι θέλουν να ζήσουν στην κορυφή του βουνού, χωρίς να γνωρίζουν ότι η αληθινή ευτυχία βρίσκεται στον τρόπο που κατεβαίνεις την απόκρημνη πλαγιά. Έμαθα πως όταν το νεογέννητο σφίγγει στη μικρή παλάμη του, για πρώτη φορά, το δάχτυλο του πατέρα του, το αιχμαλωτίζει για πάντα. Έμαθα πως ο άνθρωπος δικαιούται να κοιτά τον άλλον από ψηλά μόνο όταν πρέπει να τον βοηθήσει να σηκωθεί. Είναι τόσα πολλά τα πράγματα που μπόρεσα να μάθω από σας, αλλά δεν θα χρησιμεύσουν αλήθεια πολύ, γιατί όταν θα με κρατούν κλεισμένο μέσα σ’ αυτή τη βαλίτσα, δυστυχώς θα πεθαίνω.
Να λες πάντα αυτό που νιώθεις και να κάνεις πάντα αυτό που σκέφτεσαι. Αν ήξερα ότι σήμερα θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ’ έβλεπα να κοιμάσαι, θα σ’ αγκάλιαζα σφιχτά και θα προσευχόμουν στον Κύριο για να μπορέσω να γίνω ο φύλακας της ψυχής σου. Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ’ έβλεπα να βγαίνεις απ’ την πόρτα, θα σ’ αγκάλιαζα και θα σού ‘δινα ένα φιλί και θα σε φώναζα ξανά για να σου δώσω κι άλλα. Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα άκουγα τη φωνή σου, θα ηχογραφούσα κάθε σου λέξη για να μπορώ να τις ακούω ξανά και ξανά. Αν ήξερα ότι αυτές θα ήταν οι τελευταίες στιγμές που σ’ έβλεπα, θα έλεγα «σ’ αγαπώ» και δεν θα υπέθετα, ανόητα, ότι το ξέρεις ήδη. Υπάρχει πάντα ένα αύριο και η ζωή μας δίνει κι άλλες ευκαιρίες για να κάνουμε τα πράγματα όπως πρέπει, αλλά σε περίπτωση που κάνω λάθος και μας μένει μόνο το σήμερα, θα ΄θελα να σου πω πόσο σ’ αγαπώ κι ότι ποτέ δεν θα σε ξεχάσω.
Το αύριο δεν το έχει εξασφαλίσει κανείς, είτε νέος είτε γέρος. Σήμερα μπορεί να είναι η τελευταία φορά που βλέπεις τους ανθρώπους που αγαπάς. Γι’ αυτό μην περιμένεις άλλο, κάν’ το σήμερα, γιατί αν το αύριο δεν έρθει ποτέ, θα μετανιώσεις σίγουρα για τη μέρα που δεν βρήκες χρόνο για ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά, ένα φιλί και ήσουν πολύ απασχολημένος για να κάνεις πράξη μια τελευταία τους επιθυμία. Κράτα αυτούς που αγαπάς κοντά σου, πες τους ψιθυριστά πόσο πολύ τους χρειάζεσαι, αγάπα τους και φέρσου τους καλά, βρες χρόνο για να τους πεις «συγνώμη», «συγχώρεσέ με», «σε παρακαλώ», «ευχαριστώ» κι όλα τα λόγια αγάπης που ξέρεις. Κανείς δεν θα σε θυμάται για τις κρυφές σου σκέψεις. Ζήτα απ’ τον Κύριο τη δύναμη και τη σοφία για να τις εκφράσεις. Δείξε στους φίλους σου τι σημαίνουν για σένα».
(Gabriel Garcia Marquez)
Εύχομαι ένα όμορφο κι΄ ευλογημένο βράδυ
σε κάθε Διαβάτη και Οδοιπόρο της ζωής ...
Σε κάθε μοναχική ψυχούλα , σε κάθε πονεμένο συνάνθρωπο ,
σε κάθε πικραμένο και απελπισμένο πλάσμα αυτής της γης ...
Ο Αγαπημένος μας Ιησούς Χριστός , μας αγαπά άπειρα
και συμπορεύεται μαζί μας ...
Ας αφήσουμε την καρδιά μας να Τον νοιώσει
τη ψυχή μας να Τον γευθεί ...
Ας αφεθούμε Στα Χέρια Του μ΄ εμπιστοσύνη ,
κι΄ εκεί θα βρούμε ανάπαυση και παρηγοριά .
Ας δείξουμε και ας σκορπίσουμε την αγάπη μας απλόχερα !
Καλή Δύναμη σε όλους !
« Μεθ΄ ἡμῶν Ο Θεός ! »
Ετικέτες
Όλες οι Αναρτήσεις,
Gabriel Garcia Marquez
Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2017
Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2017
Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2017
Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2017
Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2017
Ζεις για την ευτυχία
Υπάρχουν πολλά προβλήματα στη ζωή σου. Εχεις δίκιο σ' αυτό. Αλλά για δες και πόσοι άλλοι φίλοι σου, και κοντινοί σου φίλοι και φίλες, στη δουλειά ή συγγενείς, γείτονες, γειτόνισσες έχουν παρόμοια προβλήματα με σένα. Μα αυτοί έχουν μια άλλη αντιμετώπιση. Βγάζουν ένα άλλο ψυχικό ήθος, μια άλλη ευεξία, μια χαρά και μια διάθεση να δουν τη ζωή ευχάριστα. Πάρε κι εσύ μια τέτοια απόφαση.
Εσύ είσαι που αφήνεις τον εαυτό σου και βαλτώνει. Εσύ δέχεσαι να βουλιάξεις και να στενοχωρηθείς. Και, τελικά, σου γίνεται ένα ναρκωτικό. Σαν να μην μπορείς πλέον χωρίς να στενοχωριέσαι. Μοιάζει σαν να το ζητάει ο οργανισμός σου πλέον. Γίνεται κάτι σαν εθισμός. Και διαρκώς ψιθυρίζεις μέσα σου: «Εγώ δεν είμαι για την ευτυχία». Δεν υπάρχει μεγαλύτερη πλάνη του νου απ' αυτή, φίλε μου! Είσαι για την ευτυχία.
Ζεις για την ευτυχία. Το υλικό απ' το οποίο σ' έφτιαξε ο Θεός είναι αυτή η χαρά Του. Η χαρά του Θεού είναι το υλικό σου. Είσαι δημιούργημα κι αποτέλεσμα ακριβώς αυτής της δημιουργικής ενέργειας του Θεού, που τι είναι, τελικά, αυτή η ενέργεια; Είναι η αγάπη Του, η χαρά και η φροντίδα Του για σένα.
Σ' έπλασε ο Θεός όχι με υλικό πένθους, θλίψης, μελαγχολίας ή απογοήτευσης, αλλά με τη χαρά Του. Είχε χαρά ο Κύριος όταν σε δημιούργησε και σ' έπλασε μες στην κοιλιά της μάνας σου. Μιλώ συμβολικά και μεταφορικά, όπως καταλαβαίνεις. Και σκοπός μου είναι να σου δείξω ότι ο Θεός, από αγάπη κινούμενος και με διάθεση χαράς, σ' έφτιαξε. Μ' εκστατική διάθεση σε δημιούργησε ο Πλάστης σου. Αυτός είναι κι ο λόγος που υπάρχεις. Για να χαίρεσαι. Μη διαλέγεις εσύ, λοιπόν, τη θλίψη και τη στενοχώρια. Δες με άλλο μάτι το όλο θέμα. Οπως είχε πει ο Απόστολος Παύλος σ' εκείνο το καράβι τότε που κινδύνευαν να βουλιάξουν και τελείωναν και τα τρόφιμά τους, «άνδρες, ευθυμείτε», δηλαδή τονωθείτε. Πάρτε κουράγιο. Θα αλλάξουν τα πράγματα. Δείτε αλλιώς την καταιγίδα και τα κύματα. Είναι στο χέρι σου. Είναι θέμα άσκησης. Αυτό δεν σημαίνει η λέξη «άσκηση»; Σημαίνει να εξασκηθείς με τον αγώνα και την προσευχή. Και με την ελπίδα σου, ώστε να κατευθύνεις πάλι το μυαλό σου από τα δυσάρεστα στα ευχάριστα.
Τη στιγμή που το μυαλό σου στρέφεται στο σκοτάδι και στην απογοήτευση, εσύ φέρε το πάλι στην αισιοδοξία. Φέρε το πάλι στον Χριστό και το φως. Εφυγε πάλι ο νους. Πάλι απογοητεύεσαι. Κι ακούς τον νου σου να σου λέει: «Αποκλείεται να τα καταφέρω. Η ζωή είναι πολύ δύσκολη. Δεν πρόκειται εγώ να βρω άνθρωπο να κάνω οικογένεια. Δεν πρόκειται να πληρώσω το δάνειο, θα τρελαθώ στο τέλος, θα με πάνε φυλακή, θα αυτοκτονήσω, δράμα η ζωή μου, πώς έμπλεξα έτσι». Αυτά όλα όμως είναι σκέψεις. Σκέψεις τις οποίες επιλέγεις όμως. Και τις δέχεσαι. Είναι λογισμοί. Μα εσύ τους υιοθετείς και τους «ζεσταίνεις» μέσα σου. Τους δίνεις φωλιά να ακουμπήσουν και να κουρνιάσουν. Και κάθονται μέσα σου. Μην επιτρέψεις όμως κάτι τέτοιο. Αντιστάσου και πες: «Οχι, εγώ θα δω τα πράγματα αλλιώς. Θα τα δω όπως θέλει ο Θεός. Δηλαδή, μέσα στο φως. Για τον Χριστό δεν υπάρχει πρόβλημα άλυτο. Ολα λύνονται και όλα για κάποιον καλό σκοπό υπάρχουν».
Από το βιβλίο του π. Ανδρέα Κονάνου «Στο βάθος κήπος»
Ετικέτες
Όλες οι Αναρτήσεις,
π Ανδρέας Κονάνος
Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2017
Το μεγαλύτερο κήρυγμα είναι η ζωή μας.
Σηκωνόταν κάθε πρωί και πριν κάνει οτιδήποτε άλλο
κατευθυνόταν προς το προσκυνητάρι. Έκανε τον σταυρό της, αργά, ευλαβικά. Έπιανε
με το δεξί της χέρι το μικρό ποτηράκι που χρησιμοποιούσε για καντήλι το έφερνε
στο αριστερό της χέρι και ξανάκανε το σταυρό της. Το άφηνε απαλά πάνω στο
τραπέζι που βρισκόταν εκεί δίπλα, άνοιγε μια μικρή μπιζουτιέρα που μέσα αντί
για χρυσαφικά είχε θυμίαμα, καρβουνάκια, φυτιλάκια. Πρόσθετε λίγο λάδι, άλλαζε
το φυτιλάκι, το άναβε ψέλνοντας το «Άξιον εστίν», το τοπετούσε και πάλι στο
κέντρο του προσκυνηταριού. Το παλιό φυτιλάκι με την χαρτοπετσέτα δεν τα πετούσε
στα σκουπίδια, είχε μια ειδική σακούλα, όταν γέμιζε την έπαιρνε και την έκαιγε
σε μια άκρη της αυλής του σπιτιού της.
Κάθε μέρα ο γιος της την πετύχαινε σε κάποιο σημείο αλλαγής του φυτιλιού. Αυτός πήγαινε πάντα βιαστικά στο μπάνιο, να πλυθεί, να ντυθεί να πάει στην δουλειά. Ο πατέρας του τους είχε αφήσει εδώ και χρόνια, μάλλον καλύτερα που έφυγε μιας και η καημένη του η μάνα τράβηξε πολλά από τα μεθύσια και τις ασωτίες του.
Την παρατηρούσε κάθε μέρα, κάθε πρωί να ψέλνει, να θυμιάζει το σπίτι, να τον αποχαιρετά με το θυμιατό στο χέρι, να τον σταυρώνει καθώς αυτός απομακρυνόταν. Και πάλι την έβλεπε να ανοίγει απαλά τις κουρτίνες του παραθύρου και να τον παρατηρεί καθώς έμπαινε στο αμάξι. Μετά και αυτή ντυνόταν και πήγαινε στο ναό να ακούσει την ισχνή φωνή του ιερέα να ψέλνει τον όρθο της ημέρας. Μέσα στο ναό καθόταν όρθια κάτω από την αγιογραφία της Αγίας Αικατερίνης. Εκεί στο στασίδι ακουμπούσε λίγο, έκλεινε τα μάτια της και έλεγε την ευχή. Μόλις τελείωνε ο όρθος περίμενε τον πάτερ να πάρει την ευχή του. Έβαζε μετάνοια, φιλούσε το χέρι του και έφευγε.
Το απόγευμα καθώς γυρνούσε κουρασμένος από την δουλειά την έβρισκε είτε να κρατά το συναξάρι είτε το προσευχητάρι. Του έβαζε να φάει, δεν τον ρωτούσε πολλά, μόνο αν ήταν καλά, μόνο αν ήθελε κάτι και μπορούσε να το κάνει. Καθόταν μαζί του και τον έβλεπε να τρώει. Τον έβλεπε και χόρταινε και η ίδια, χαιρόταν όταν έτρωγε όλο το φαγητό στο πιάτο, μα χαιρόταν περισσότερο εάν ζητούσε κι άλλο. Αν σήκωνε τα μάτια του έβλεπε πάντα το χαμόγελό της. Σιωπηλή, ήρεμη, παρόν. Τελείωνε το φαγητό του. Έκανε τον σταυρό της. Σηκωνόντουσαν από το τραπέζι. Πήγαινε στο σαλόνι, άνοιγε την τηλεόραση, έβλεπε είδήσεις ή αθλητικά, μπορεί να τον έπερνε ο ύπνος εκεί. Κατα το βραδάκι, σηκωνόταν ντυνόνταν και καθώς άνοιγε την πόρτα έλεγε «μάνα, θα βγώ...». Η φωνή της ακουγόνταν πίσω από την κλειστή πόρτα του δωματίου της, έκαμε να τον προλάβει μα τις περισσότερες φορές τον λόγο της τον προλάβαινε ο ήχος της εξώπορτας «...να προσέχεις παιδί μου...».
Έμενε στην κλειστή εξώπορτα, όρθια, μόνη, σιωπηλή. Μετά από λίγο γυρνούσε στο δωμάτιό της. Δίπλα στο μονό κρεβάτι της είχε ένα μικρό χαλάκι. Σήκωνε απαλά την φούστα της, τα γονατά της ακουμπούσαν χάμο. Το βλέμμα της έμενε καρφωμένο σε μια εικόνα της Παναγίας που είχε στο κομοδίνο της. Δεν άκουγες τίποτα να βγαίνει από το στόμα της, δεν άκουγες φωνή, μα αν ήσουν παρόν θα έβλεπες τα μάτια της να γεμίζουν δάκρυα, να χαρακώνουν τα μάγουλά της, να κυλάνε στο λαιμό της και να χάνονται στην αλυσίδα του σταυρού της. Οι ώρες περνούσαν, δύο, τρεις και τέσσερις ώρες. Στα γόνατα. Στο μικρό αυτό χαλάκι, στην μικρή αυτή κάμαρα. Ποτέ της δεν έκανε κύρηγμα στο γιο της. Ποτέ της δεν τον ρωτούσε που πήγαινε, με ποιους ήταν, τί έκανε. Την ανησυχία της την έκανε προσευχή.
Το κλειδί στην πόρτα ακουγόταν. Ήταν ο γιος της. Γύρισε. Έκανε τον σταυρό της. Ακουμπούσε το μέτωπό της χάμο και έμενε εκεί μέχρι ο γιος της να μπει στο δωμάτιό του. Αφού έπεφτε για ύπνο, έκανε αυτή να σηκωθεί. Μα κάποιες φορές ήταν τόσο δύσκολο. Τόση ώρα στα γόνατα δεν αισθανόταν πλέον τα πόδια της. Προσπαθούσε στηριζόμενη στο κρεβάτι της. Κάποιες φορές ίσα ίσα που κατάφερνε να ακουμπήσει το σώμα της στο στρώμα, κάποιες άλλες φορές έμενε χάμο απλώνοντας τα πόδια της περιμένοντας να κυκλοφορήσει και πάλι το αίμα.
Την επόμενη μέρα, η πόρτα του δωματίου του άνοιγε. Καθώς πήγαινε στο μπάνιο την έβλεπε και πάλι να αλλάζει το φυτιλάκι. Και αυτό γινόταν χρόνια. Πάντα διακριτική. Είχανε μεταξύ τους μια συνδέουσα απόσταση, μία σχέση σεβασμού, κατανόησης, αλληλοπεριχώρησης.
Ο καιρός περνούσε. Γνώρισε μια κοπέλα όμορφη, καλοσυνάτη, απλή. Την αγαπούσε πολύ ο γιος της, και αυτή την αγάπησε πολύ. Την έφερε και στο σπίτι. Της είπανε ότι έχουν σκοπό να παντρευτούν. Η μάνα του σηκώθηκε έκανε στο σταυρό της, «να ναι ευλογημένο παιδιά μου», είπε, έπεσα στα γόνατα, έπιασε τα χέρια της κοπέλας και τα φίλησε. Τα φίλησε και τα γέμισε δάκρυα, δάκρυα χαράς.
Πέρασαν μερικές ημέρες. Το πρόγραμμα στο σπίτι δεν άλλαξε.
Μέχρι εκείνο το πρωινό.
Ξύπνησε, βγήκε από το δωμάτιό του μα δεν είδε την μάνα του. Κοντοστάθηκε. Έμεινε ακίνητος μερικά δευτερόλεπτα. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Τα χείλη του ψέλλιζαν μια λέξη μα την επαναλάμβαναν αδύναμα, ψιθυριστά. Μα όσο πήγαινε η λέξη δυνάμωνε, μέχρι που η φωνή του έγινε κραυγή... «μάνα μου», έλεγε και ξανάλεγε, έτρεξε στη μικρή της κάμαρα. Άνοιξε την πόρτα. Την είδε γονατιστή πάνω στο μικρό χαλάκι. Ακίνητη, σιωπηλή, ήρεμη, χωρίς πνοή, με μάτια κλειστά, με το κομποσχοίνι στα χέρια της. Είχε γύρει και ακουμπούσε στο πλάι του κρεβατιού. Το μικρό πορτατίφ ήταν ακόμα αναμένο. Μπροστά της η εικονά της Παναγίας.
Γονάτισε δίπλα της. Σταμάτησε να φωνάζει. Σταμάτησε να κινείται κι αυτός.
Και οι δυο πλέον ήταν γονατιστοί. Μάνα και γιος. Δίπλα δίπλα.
Μετά από μερικά λεπτά γύρισε, την είδε, της χάιδεψε τα μαλλιά, την πλησίασε και την ασπάστηκε στα μάτια της, σ’αυτά τα μάτια που ήταν ακόμα υγρά από τα δάκρυα της προσευχής της, της νήψης που βίωνε. Τα δικά του μάτια είχαν γίνει κόκκινα από την αλμύρα των δακρύων του. Η όψη του όμως ήταν ειρηνική, όπως της μάνας του.
Σηκώθηκε. Πήγε προς το προσκυνητάρι. Πήρε με το δεξί του χέρι το καντηλάκι. Άλλαξε το φυτιλάκι. Έκανε το σταυρό του.
Μετά ειδοποίησε τους συγγενείς...
Κάθε μέρα ο γιος της την πετύχαινε σε κάποιο σημείο αλλαγής του φυτιλιού. Αυτός πήγαινε πάντα βιαστικά στο μπάνιο, να πλυθεί, να ντυθεί να πάει στην δουλειά. Ο πατέρας του τους είχε αφήσει εδώ και χρόνια, μάλλον καλύτερα που έφυγε μιας και η καημένη του η μάνα τράβηξε πολλά από τα μεθύσια και τις ασωτίες του.
Την παρατηρούσε κάθε μέρα, κάθε πρωί να ψέλνει, να θυμιάζει το σπίτι, να τον αποχαιρετά με το θυμιατό στο χέρι, να τον σταυρώνει καθώς αυτός απομακρυνόταν. Και πάλι την έβλεπε να ανοίγει απαλά τις κουρτίνες του παραθύρου και να τον παρατηρεί καθώς έμπαινε στο αμάξι. Μετά και αυτή ντυνόταν και πήγαινε στο ναό να ακούσει την ισχνή φωνή του ιερέα να ψέλνει τον όρθο της ημέρας. Μέσα στο ναό καθόταν όρθια κάτω από την αγιογραφία της Αγίας Αικατερίνης. Εκεί στο στασίδι ακουμπούσε λίγο, έκλεινε τα μάτια της και έλεγε την ευχή. Μόλις τελείωνε ο όρθος περίμενε τον πάτερ να πάρει την ευχή του. Έβαζε μετάνοια, φιλούσε το χέρι του και έφευγε.
Το απόγευμα καθώς γυρνούσε κουρασμένος από την δουλειά την έβρισκε είτε να κρατά το συναξάρι είτε το προσευχητάρι. Του έβαζε να φάει, δεν τον ρωτούσε πολλά, μόνο αν ήταν καλά, μόνο αν ήθελε κάτι και μπορούσε να το κάνει. Καθόταν μαζί του και τον έβλεπε να τρώει. Τον έβλεπε και χόρταινε και η ίδια, χαιρόταν όταν έτρωγε όλο το φαγητό στο πιάτο, μα χαιρόταν περισσότερο εάν ζητούσε κι άλλο. Αν σήκωνε τα μάτια του έβλεπε πάντα το χαμόγελό της. Σιωπηλή, ήρεμη, παρόν. Τελείωνε το φαγητό του. Έκανε τον σταυρό της. Σηκωνόντουσαν από το τραπέζι. Πήγαινε στο σαλόνι, άνοιγε την τηλεόραση, έβλεπε είδήσεις ή αθλητικά, μπορεί να τον έπερνε ο ύπνος εκεί. Κατα το βραδάκι, σηκωνόταν ντυνόνταν και καθώς άνοιγε την πόρτα έλεγε «μάνα, θα βγώ...». Η φωνή της ακουγόνταν πίσω από την κλειστή πόρτα του δωματίου της, έκαμε να τον προλάβει μα τις περισσότερες φορές τον λόγο της τον προλάβαινε ο ήχος της εξώπορτας «...να προσέχεις παιδί μου...».
Έμενε στην κλειστή εξώπορτα, όρθια, μόνη, σιωπηλή. Μετά από λίγο γυρνούσε στο δωμάτιό της. Δίπλα στο μονό κρεβάτι της είχε ένα μικρό χαλάκι. Σήκωνε απαλά την φούστα της, τα γονατά της ακουμπούσαν χάμο. Το βλέμμα της έμενε καρφωμένο σε μια εικόνα της Παναγίας που είχε στο κομοδίνο της. Δεν άκουγες τίποτα να βγαίνει από το στόμα της, δεν άκουγες φωνή, μα αν ήσουν παρόν θα έβλεπες τα μάτια της να γεμίζουν δάκρυα, να χαρακώνουν τα μάγουλά της, να κυλάνε στο λαιμό της και να χάνονται στην αλυσίδα του σταυρού της. Οι ώρες περνούσαν, δύο, τρεις και τέσσερις ώρες. Στα γόνατα. Στο μικρό αυτό χαλάκι, στην μικρή αυτή κάμαρα. Ποτέ της δεν έκανε κύρηγμα στο γιο της. Ποτέ της δεν τον ρωτούσε που πήγαινε, με ποιους ήταν, τί έκανε. Την ανησυχία της την έκανε προσευχή.
Το κλειδί στην πόρτα ακουγόταν. Ήταν ο γιος της. Γύρισε. Έκανε τον σταυρό της. Ακουμπούσε το μέτωπό της χάμο και έμενε εκεί μέχρι ο γιος της να μπει στο δωμάτιό του. Αφού έπεφτε για ύπνο, έκανε αυτή να σηκωθεί. Μα κάποιες φορές ήταν τόσο δύσκολο. Τόση ώρα στα γόνατα δεν αισθανόταν πλέον τα πόδια της. Προσπαθούσε στηριζόμενη στο κρεβάτι της. Κάποιες φορές ίσα ίσα που κατάφερνε να ακουμπήσει το σώμα της στο στρώμα, κάποιες άλλες φορές έμενε χάμο απλώνοντας τα πόδια της περιμένοντας να κυκλοφορήσει και πάλι το αίμα.
Την επόμενη μέρα, η πόρτα του δωματίου του άνοιγε. Καθώς πήγαινε στο μπάνιο την έβλεπε και πάλι να αλλάζει το φυτιλάκι. Και αυτό γινόταν χρόνια. Πάντα διακριτική. Είχανε μεταξύ τους μια συνδέουσα απόσταση, μία σχέση σεβασμού, κατανόησης, αλληλοπεριχώρησης.
Ο καιρός περνούσε. Γνώρισε μια κοπέλα όμορφη, καλοσυνάτη, απλή. Την αγαπούσε πολύ ο γιος της, και αυτή την αγάπησε πολύ. Την έφερε και στο σπίτι. Της είπανε ότι έχουν σκοπό να παντρευτούν. Η μάνα του σηκώθηκε έκανε στο σταυρό της, «να ναι ευλογημένο παιδιά μου», είπε, έπεσα στα γόνατα, έπιασε τα χέρια της κοπέλας και τα φίλησε. Τα φίλησε και τα γέμισε δάκρυα, δάκρυα χαράς.
Πέρασαν μερικές ημέρες. Το πρόγραμμα στο σπίτι δεν άλλαξε.
Μέχρι εκείνο το πρωινό.
Ξύπνησε, βγήκε από το δωμάτιό του μα δεν είδε την μάνα του. Κοντοστάθηκε. Έμεινε ακίνητος μερικά δευτερόλεπτα. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Τα χείλη του ψέλλιζαν μια λέξη μα την επαναλάμβαναν αδύναμα, ψιθυριστά. Μα όσο πήγαινε η λέξη δυνάμωνε, μέχρι που η φωνή του έγινε κραυγή... «μάνα μου», έλεγε και ξανάλεγε, έτρεξε στη μικρή της κάμαρα. Άνοιξε την πόρτα. Την είδε γονατιστή πάνω στο μικρό χαλάκι. Ακίνητη, σιωπηλή, ήρεμη, χωρίς πνοή, με μάτια κλειστά, με το κομποσχοίνι στα χέρια της. Είχε γύρει και ακουμπούσε στο πλάι του κρεβατιού. Το μικρό πορτατίφ ήταν ακόμα αναμένο. Μπροστά της η εικονά της Παναγίας.
Γονάτισε δίπλα της. Σταμάτησε να φωνάζει. Σταμάτησε να κινείται κι αυτός.
Και οι δυο πλέον ήταν γονατιστοί. Μάνα και γιος. Δίπλα δίπλα.
Μετά από μερικά λεπτά γύρισε, την είδε, της χάιδεψε τα μαλλιά, την πλησίασε και την ασπάστηκε στα μάτια της, σ’αυτά τα μάτια που ήταν ακόμα υγρά από τα δάκρυα της προσευχής της, της νήψης που βίωνε. Τα δικά του μάτια είχαν γίνει κόκκινα από την αλμύρα των δακρύων του. Η όψη του όμως ήταν ειρηνική, όπως της μάνας του.
Σηκώθηκε. Πήγε προς το προσκυνητάρι. Πήρε με το δεξί του χέρι το καντηλάκι. Άλλαξε το φυτιλάκι. Έκανε το σταυρό του.
Μετά ειδοποίησε τους συγγενείς...
Παύλος
Παπαδόπουλος
Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2016
Δεν αρκεί Χριστέ μου που γεννήθηκες στη γη μας ...
Δεν αρκεί Χριστέ μου που γεννήθηκες στη γη μας ...
Στον καθένα μας εναπόκειται πλέον να σε δεκτεί
μυστικά και ταπεινά μες την καρδιά του...
Στον καθένα μας εναπόκειται να ζεστάνουμε
το πιο όμορφο μέρος εντός μας
για να σε φιλοξενήσουμε...
Υπάρχει ένα μυστικό και δυνατό Φως εντός μας
Ας το ανακαλύψουμε όλοι μας
και ας κρατάμε τρυφερά αυτή τη φλόγα αναμμένη.
« Είναι ένα Φως μέσα μας και γύρω μας
που δεν στερεύει ! »
( Γ. Ρίτσος )
Αυτό το Φως το 'φερε στη γη μας
με τη γέννηση Του ο Γλυκύτατος
κι΄ αγαπημένος Ιησούς μας .
Το Θείο Βρέφος που τόσο ταπεινά
και αθόρυβα γεννήθηκε εκείνο
το βράδυ στης Βηθλεέμ τα Άγια χώματα .
Εύχομαι αυτό το Φως να πλημμυρίζει
ολονών τις καρδιές μας παντοτεινά .
Χρόνια πολλά σε όλους ,
με όλη μου την αγάπη !
« Μεθ΄ ημών Ο Θεός ! »
Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2016
Ὁ πνευματικός πατέρας !
Ὁ ἄνθρωπος χρειάζεται νά ψηλαφήσει καί νά ἐναγκαλισθεῖ. Χρειάζεται ἐνώπιον κάποιου νά κλάψει, κάποιος νά βαστάξει τό περιεχόμενο τῆς καρδιᾶς πού κενώνεται, κάποιος νά τόν βεβαιώσει μέ φωνή ἔναρθρη ὅτι ἀγαπιέται Θεϊκά. Νά σταθεῖ μπροστά σέ δυό μάτια χρειάζεται, ἕνα βλέμμα νά τόν ἐντοπίσει ἀγωνιᾶ, γιά νά μήν νοιώθει μόνος, νά αἰσθανθεῖ ὅτι ἀναζητιέται. Σέ καταστάσεις προσωπικοῦ συντριμμοῦ καί ἀπώλειας, σέ στιγμές ἐπώδυνης αὐτογνωσίας, σέ συνειδητοποίηση ζωῆς ρημαγμένης στά σκοτάδια, δέν ἀρκεῖ τό παράδειγμα βιοτῆς τῶν ἁγίων -γιά τό πῶς ὁ Θεός τούς συγχώρεσε- γιά νά σέ στηρίξει. Θέλεις χέρι σάρκινο ν’ ἁπλωθεῖ καί νά σ’ ἀκουμπήσει, νά σ’ ἀνορθώσει προσωπικά.
Γι’ αὐτήν μας τήν ἀνάγκη ὁ Θεός μᾶς χαρίζει ἕναν ὁρατό καί σύμμορφο συνάνθρωπο γιά νά φανερώνει Ἐκεῖνον. Μᾶς χαρίζει τόν πνευματικό πατέρα καί τήν πνευματική σχέση μας μ’ ἐκεῖνον. Μιά σχέση πού δέν μπορεῖ νά ἐξαντλεῖται στήν ἁπλή ἐξαγόρευση τῶν ἁμαρτιῶν καί στήν παρεχόμενη συγχώρηση. Τό χάρισμα τῆς πνευματικῆς πατρότητας, ὁρατό ἐκτύπωμα τῆς Θεϊκῆς, δέν βρίσκεται στήν τελετουργική συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν ὅσο στήν κοπιώδη καί θυσιαστική συνοδοιπορία. Στόν τρόπο πού θά ἀναδεχθεῖς τήν ζωή τοῦ ἄλλου, ὄχι γιά νά διευθύνεις τήν συνείδησή του, ἀλλά γιά νά τόν γεννήσεις ἐνήλικα καί ἐλεύθερο σέ μία προσωπική σχέση μέ τόν Πατέρα Θεό.
Ὁ πνευματικός πατέρας δέν εἶναι (μόνο) ἀπορριμματοδοχεῖο, εἶναι ἕνας ἐραστής καί προφήτης! Τό ἀπορριμματοδοχεῖο πολλές φορές βολεύει, εἶναι εὐκολότερο, δέν χρειάζεται σχέση ἁπλῶς ὑποχρέωση, τό χρησιμοποιεῖς. Τό ἄλλο ὅμως, τό ἐραστής καί προφήτης, χρήζει ἀμφίπλευρης συνέργειας, σχέσης ἀναγωγικῆς, θεληματικῆς συνέπειας.
Ὁ ἐραστής ποιμένας ἀνάβει φωτιές ἀγάπης στίς καρδιές, ἔχοντας ὁ ἴδιος πρίν ἀναφλεχθεῖ ἀπ’ αὐτήν. Εἶναι ἐραστής γιατί μέσα ἀπό τόν τρόπο καί τήν ζωή του ὁ Θεός καταδιώκει καί πολιορκεῖ ἐσένα, τόν κάθε ἄνθρωπο. Ἐραστής γιατί γνωρίζει ν’ ἀποτραβιέται, νά σ’ ἀγαπᾶ στήν αἰωνιότητά σου κι ὄχι μόνο στό παρόν σου. Ἐραστής, γιά συνεχῆ ὑπόμνηση ὅτι ὁ Θεός δέν ψάχνει σκλάβους, ἐρωμένες καρδιές ἀναζητᾶ. Ἐραστής γιατί δέν σέ ἀποδέχεται ἐπιλεκτικά, γιατί ἐπιμένει νά φυσᾶ τίς κάμπιες τῆς ἀσχήμιας σου προσμένοντας πεταλοῦδες νά γενοῦν.
π. Βασίλειος Χριστοδούλου
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)













